τετραορία

τετραορία
τετρᾱορία (-ίας, -ιᾶν, -ίας.)
1 four-horse chariot

τετραορίας ἕνεκα νικαφόρου O. 2.5

ἀγγελίαν τετραορίας ἐλελίχθονος P. 2.4

οὐ τετραορίας γε πρὶν δυώδεκα πέτρῳ ἥροάς τ' ἐπεμβεβαῶτας ἱπποδάμους ἕλεν δὶς τόσους N. 4.28

καὶ ματρόθε Λαβδακίδαισιν σύννομοι πλούτου διέστειχον τετραοριᾶν πόνοις I. 3.17


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τετραορίᾳ — τετρᾱορίαι , τετραορία four horsed chariot fem nom/voc pl τετρᾱορίᾱͅ , τετραορία four horsed chariot fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραορία — ἡ, Α [τετράορος] άρμα με τέσσερεις ίππους, τέθριππο («θύρωνα δὲ τετραορίας ἕνεκα νικαφόρου γεγωνητέον», Πίνδ.) …   Dictionary of Greek

  • τετραορίας — τετρᾱορίᾱς , τετραορία four horsed chariot fem acc pl τετρᾱορίᾱς , τετραορία four horsed chariot fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραοριᾶν — τετρᾱοριᾶν , τετραορία four horsed chariot fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”